Home Ράνια Γεωργίου Υποχρεωτική πρωινή προσευχή στην τάξη… Της Ράνιας Γεωργίου

Υποχρεωτική πρωινή προσευχή στην τάξη… Της Ράνιας Γεωργίου

Αναφαίρετο δικαίωμα της πλειοψηφίας ή κατάφωρη παραβίαση ατομικών ελευθεριών;

 


Γράφει: Ράνια Γεωργίου

Τις τελευταίες μέρες, συζητιέται έντονα στη δημόσια σφαίρα, το επίμαχο ζήτημα της ομαδικής πρωινής προσευχής στην τάξη. Το όλο ζήτημα προέκυψε μετά από δημοσιεύματα που είδαν το φως της δημοσιότητας σύμφωνα με τα οποία μια δασκάλα, αρνήθηκε να κάνει πρωινή προσευχή στην τάξη της, με αποτέλεσμα γονείς και παιδιά να αντιδράσουν έντονα και να απαιτήσουν τη συμμόρφωσή της στους κανονισμούς.

Οι ισχύοντες κανονισμοί που διέπουν τη λειτουργία των σχολείων δημοτικής εκπαίδευσης (2008 έως 2017) δεν κάνουν αναφορά σε πρωινή προσευχή. Γίνεται ωστόσο αναφορά σε υποχρεωτικό αγιασμό στην αρχή της σχολικής χρονιάς και σε 2-4 υποχρεωτικούς ομαδικούς εκκλησιασμούς.

Σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς δημοτικής, οι οποίοι αναμένεται ότι θα ψηφιστούν σύντομα από τη Βουλή και βρίσκονται τα τελευταία 2 χρόνια στα συρτάρια του υπουργείου, το ζήτημα της πρωινής προσευχής ξεκαθαρίζεται πλήρως αφού πλέον οι εκπαιδευτικοί θα είναι υποχρεωμένοι να κάνουν ομαδική μεγαλόφωνη προσευχή με τα παιδιά στην τάξη κατά την έναρξη της 1ης περιόδου του μαθήματος. Δηλαδή υποχρεωτική ομαδική προσευχή (με δικαίωμα αποχής όσων παιδιών το επιθυμούν).

Εάν συμφωνούμε όμως ότι η προσευχή, αποτελεί μια ιερή, υπερβατική και πολύ προσωπική στιγμή αφού μέσω αυτής γίνεται η επικοινωνία του κάθε πιστού με τον Θεό στον οποίο πιστεύει, τότε προκύπτουν εύλογα ερωτήματα:

Γιατί να μου επιβάλλει ο εκάστοτε εργοδότης μου να προσεύχομαι με τον τρόπο που θέλει, στον χώρο που άλλοι καθορίζουν και σε συγκεκριμένο χρόνο, αναγκάζοντας με να κοινοποιήσω μάλιστα τις πεποιθήσεις μου;

Δεν θα έπρεπε κάθε άνθρωπος να είναι ελεύθερος να επιλέγει πότε, πού και πώς θα ασκήσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα ή ακόμα και να μην τα ασκήσει καθόλου εάν αυτό επιθυμεί τη δεδομένη στιγμή;

Γιατί εμείς οι εκπαιδευτικοί να αναγκάζουμε τα παιδιά να μπαίνουν σε αχρείαστα διλήμματα ως προς τη συμμετοχή τους ή την αποχή τους, αναλόγως θρησκεύματος, στην υποχρεωτική ομαδική προσευχή δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για διακρίσεις και αποκλεισμό από μια διαδικασία που δεν θα έπρεπε εξαρχής να υφίσταται στο σχολικό πλαίσιο αφού μπορεί κάλλιστα να γίνει σε άλλο χώρο και χρόνο, εκτός σχολείου;

Ως παιδαγωγοί δεν θα έπρεπε να δημιουργούμε τέτοιες δραστηριότητες και ευκαιρίες μάθησης οι οποίες να αυξάνουν τις πιθανότητες συμμετοχής όλων των παιδιών αν θέλουμε να μιλάμε για συμπεριληπτικό σχολείο;

Υπάρχει άραγε άλλο πλαίσιο, ιδιωτικό ή δημόσιο, στο οποίο να αναγκάζονται τα παιδιά και οι ενήλικες να προσεύχονται ομαδικά και μεγαλόφωνα όπως θα υποχρεώνονται με τους νέους προς ψήφιση κανονισμούς δημοτικής;

Και τελικά, τι είναι αυτό που θέλουμε από τα δημόσια σχολεία; Να αποτελούν χώρους λατρείας και άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων του κάθε πιστού ή χώροι μάθησης, έρευνας και προαγωγής της επιστήμης;

Η επιβολή ελέγχου και ρύθμισης από το κράτος ακόμα και τόσο ιερών και προσωπικών στιγμών όπως είναι η διαδικασία της προσευχής, δεν αντιβαίνει σε κάθε αρχή λογικής και δεν συγκρούεται με τα ατομικά μας δικαιώματα και ελευθερίες;

Η σχέση κάθε ανθρώπου με τον Θεό, θα έπρεπε λοιπόν, να αφορά τον ιδιωτικό του βίο αντί να ρυθμίζεται δια της επιβολής από ανώτερες κρατικές αρχές. Αυτό εξάλλου απορρέει και από το σύνταγμά μας το οποίο δεν έχει επίσημη θρησκεία.

Αν τολμήσει όμως κανείς να μιλήσει για την αναγκαιότητα εκκοσμίκευσης της δημόσιας παιδείας θα χαρακτηριστεί από τους μεν, ως «πολέμιος της ορθοδοξίας ή εμμονικός άθεος» ενώ αν εκφραστεί κανείς υπέρ της ορθόδοξης θρησκευτικής παιδείας στα σχολεία θα τον αποκαλέσουν οι δε, «χριστιανοταλιμπάν».

Γιατί στον τόπο μου, έχει χαθεί το μέτρο και η κοινή λογική. Γιατί πλέον φωνάζει μόνο το συναίσθημα, ο φόβος και ο θυμός αντί η νηφαλιότητα και ο ορθολογισμός.

Γιατί είναι πιο εύκολο να αποκαλέσεις τον άλλο «φανατικό υπέρμαχο της μιας ή της άλλης θέσης με αλλότρια κίνητρα και σκοτεινές προθέσεις» αντί να μπεις στη διαδικασία να ξεβολευτείς για να δεις τα πράγματα από μια άλλη οπτική.

Γιατί είναι απείρως πιο βολικό να μιλάμε με κινδυνολογίες και υπεργενικεύσεις του τύπου «αν τερματιστεί η πρωινή προσευχή θα χάσουμε την ταυτότητά μας και θα αφανιστεί η χριστιανική μας πίστη» αντί με τη λογική και τη μετριοπάθεια του «μπορώ να κάνω την προσευχή μου και να επικοινωνήσω με τον Θεό μου όποτε, όπου, όπως (και εάν) θέλω χωρίς να έρθει το τέλος του κόσμου».

Θυμάμαι πάντως ακόμη να ηχούν στ’ αυτιά μου τα σοφά, ήρεμα και ταπεινά λόγια ενός ιερέα: «Η πίστη, παιδί μου, είναι επιλογή. Όχι επιβολή».

Ωραία που τα λες πάτερ! Μα δυστυχώς κανείς δεν έμεινε πια να βλέπει την ουσία. Νομίζω πως μας σώζει μόνο η… δευτέρα παρουσία.

Γράφει: Ράνια Γεωργίου