Home Κυριάκος Παχουλίδης Με αφορμή την απόφαση της Βουλής. Του Κυριάκου Παχουλίδη

Με αφορμή την απόφαση της Βουλής. Του Κυριάκου Παχουλίδη


kyprosenosiΗ απόφαση της Βουλής, να τιμάται με ολιγόλεπτη αναφορά στην τάξη, το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950 – πενήντα εφτά χρόνια μετά την εγκαθίδρυση της ΚΔ, φέρει ένα ισχυρό πολιτικό και ιδεολογικό συμβολισμό, τον οποίο οι πολιτικές δυνάμεις, πέραν του φασιστικού ΕΛΑΜ, καμώνονται, για διαφορετικούς λόγους, ότι δεν κατανοούν.

Η απόφαση της Βουλής, δεν αφορά  το κατά πόσο θα γίνεται «απλή αναφορά ενός ιστορικού γεγονότος», όπως, ατυχώς, κατά την άποψή μου, σημείωσε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στη δήλωσή του. Αντίθετα, η συγκεκριμένη απόφαση, εντάσσει ένα ιστορικό γεγονός στην επίσημη – τελετουργική  –  συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινότητας της Κύπρου,  αποδεσμεύοντας το, εν πολλοίς, από την κριτική επιστημονική του θεώρηση και διερεύνηση. Το ενωτικό δημοψήφισμα, αποσυνδέεται από το ιστορικό κοινωνικοπολιτικό του πλαίσιο, προσλαμβάνοντας μια οιωνεί μεταφυσική διάσταση. Αναπόφευκτα διασυνδέεται με τη «ιστορικά τεκμηριωμένη ελληνικότητα του νησιού»  ενώ, η διοργάνωση και το αποτέλεσμά του, αποτελούν έκφραση της «πραγματικής» – γνήσιας και ανόθευτης –  επιθυμίας/ βούλησης των Ελλήνων της Κύπρου για «ένωση με την Μητέρα Ελλάδα».

Είναι γεγονός, ότι ένας αριθμός Ελληνοκυπρίων, ακόμη, οραματίζονται την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Τους βλέπουμε στις τάξεις του ΕΛΑΜ, στα γήπεδα και σε μνημόσυνα και αντικατοχικές πορείες,  να παρελαύνουν με μια τεράστια γαλανόλευκη που στο κέντρο του σταυρού απεικονίζεται η Κύπρος με τον Παρθενώνα στο εσωτερικό της. Πολλούς από αυτούς/ αυτές, μπορείς να τους/ τις εντοπίσεις, είτε με μια απλή επίσκεψη στη σελίδα με το προφίλ τους είτε μέσα από τις αναρτήσεις του.  Το θετικό είναι ότι είναι λίγοι. Το αρνητικό είναι ότι στην ευρύτερη κοινωνία υπάρχει ένας σημαντικά μεγαλύτερος αριθμός που ναι μεν τους θεωρεί περιθωριακούς όχι όμως επικίνδυνους αλλά  απλά, «ονειροπόλους, οραματιστές και ιδεολόγους». Οι τελευταίοι, οι «συμπαθούντες», εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους «ευκταίου και εφικτού»! Δεν υποστηρίζουν, με άλλα λόγια, την ένωση διότι αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι εφικτή και όχι διότι δεν είναι ευκταία!

Στην αντίληψη λοιπόν, των «ονειροπόλων» αλλά και, μάλλον και των «συμπαθούντων»,  το ενωτικό δημοψήφισμα  παραμένει η  απόλυτη νομιμοποίηση της διεκδίκησης του ελληνικού αλυτρωτισμού για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το «ενωτικό δημοψήφισμα» όχι μόνο αποτελεί ελεύθερη και δημοκρατική έκφραση της επιθυμίας των Ελλήνων της Κύπρου αλλά παραμένει και εθνικά αψεγάδιαστο. Σε αντίθεση με τον αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. 1955- 59 αυτό δε διασυνδέεται – ούτε ως «αρνητικό αποτέλεσμα» – με την «ανεπιθύμητη» ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία. 

Όσον αφορά λοιπόν το φασιστικό ΕΛΑΜ, η συμπερίληψη του ενωτικού δημοψηφίσματος  στις ιστορικές επετείους που τιμά επίσημα το δημόσιο σχολείο,  υπηρετεί με συνέπεια την εθνικιστική ιδεολογική τους επιλογή, που θέλει την Κύπρο γνήσια και απόλυτα ελληνική. Το φασιστικό ΕΛΑΜ απροκάλυπτα δηλώνει ότι στόχος τους είναι μια Κύπρος για τους Έλληνες ενώ, εξ’ όσων γνωρίζω, δεν έχει ποτέ ρητά αποκηρύξει, το στόχο της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Η επιλογή του ΕΛΑΜ είναι σαφής. Για κάποιο/ κάποια με βασικές γνώσεις από τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου και στοιχειώδη πολιτική ανάλυση, καθίσταται πρόδηλο ότι, αν η πολιτική ηγεσία της ελληνοκυπριακής κοινότητας υιοθετούσε αυτή την επιλογή, ο μόνος τρόπος για να αποφευγόταν η ενσωμάτωση του βόρειου μέρους του νησιού στην Τουρκία, με ότι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον τόσο της ελληνοκυπριακής όσο και της τουρκοκυπριακής κοινότητας,  θα ήταν  η … επαλήθευση των προφητειών του γέροντα Παΐσιου για διάλυση της Τουρκίας στα εξ ων συνετέθη (!!).

Τα κόμματα του λεγόμενου «ενδιάμεσου χώρου» ή «εθνικιστικού κέντρου» με την υπερψήφιση της τροπολογίας του ΕΛΑΜ – για μια ακόμη φορά  – λαθροθηρούν [ Με μόνη, ίσως εξαίρεση, την Αλληλεγγύη της wannabe Μπουρλοτιέρισσας της Κύπρου, Ελένης Θεοχάρους, της οποίας η ιδεολογική συγγένεια με το ΕΛΑΜ, στα πλείστα των θεμάτων και ιδιαίτερα σε ότι αφορά το «εθνικό μας πρόβλημα»  είναι σαφής και ξεκάθαρη]. Και τούτο διότι ενώ εμφανίζονται να υπηρετούν την ιδέα της επανένωσης της χώρας, σύμφωνα με τις παραμέτρους που έχουν θέσει τα Ηνωμένα Έθνη επιχειρούν να προωθήσουν την πολιτική τους επιχειρηματολογία ψαρεύοντας στα θολά νερά του εθνικισμού.

Για τα κόμματα του λεγόμενου «ενδιάμεσου χώρου» ή «εθνικιστικού κέντρου» η  ένταξη του ενωτικού δημοψηφίσματος στην επίσημη – τελετουργική – συλλογική μνήμη συμβάλλει στην «αποκατάσταση της  κανονικής τάξης  πραγμάτων». Την τάξη πραγμάτων  η οποία διαταράχτηκε, δέκα χρόνια μετά τη διοργάνωση του δημοψηφίσματος του 1950, με την εγκαθίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η οποία ουδεμία σχέση έχει με έννοιες όπως  πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων και αποτελεσματική συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση. Ταυτόχρονα έρχεται να υπενθυμίσει και να υπογραμμίσει, το δημοκρατικό – και συνάμα ιστορικό – δικαίωμα της ελληνικής κοινότητας του νησιού να καθορίζει το πολιτικό μέλλον αυτού του τόπου, ανεξάρτητα από τη βούληση ή παρά την αντίθετη βούληση του – από το 1960 – πολιτικού της εταίρου, της τουρκοκυπριακής κοινότητας.

Η  «ελληνικότητα του νησιού» – την οποία, όπως έχει ειπωθεί πιο πάνω – νομιμοποιεί και τεκμηριώνει η διεξαγωγή του ενωτικού δημοψηφίσματος αναδεικνύεται, είτε ρητά είτε άρρητα – ως το θεμελιακό υπόβαθρο για την απόρριψη της ιδέας του δικοινοτικού κράτους με πολιτική ισότητα και αποτελεσματική συμμετοχή και των δύο κοινοτήτων στη λήψη αποφάσεων. Είναι σαφές ότι τα κόμματα του λεγόμενου «ενδιάμεσου χώρου» ή «εθνικιστικού κέντρου»  επιχειρούν να εργαλειοποιήσουν το εθνικιστικό αφήγημα – ως άξιοι συνεχιστές των μακαριακών δυνάμεων της δεκαετίας του ’60 – αμφισβητώντας την πεμπτουσία των Συμφωνιών Ζυρίχης/ Λονδίνου ( κράτος δικοινοτικό)  και, εμμέσως πλην σαφώς, προκρίνοντας μια «ελληνική Κυπριακή Δημοκρατία», στην οποία, οι Τουρκοκύπριοι δεν μπορούν παρά να αποτελούν μια «αναγνωρισμένη μειονότητα».

Εύκολα νομίζω μπορεί κάποιος να αντιληφθεί ποιο θα είναι το μέλλον του κυπριακού προβλήματος, εάν και εφόσον σε μερικά χρόνια, δεν θα έχει εξευρεθεί λύση, ενώ η ακραία εθνικιστική ιδεολογία και το φασιστικό ΕΛΑΜ θα έχουν εδραιωθεί για τα καλά στο πολιτικό σκηνικό της ελληνοκυπριακής κοινότητας.

Έχω την άποψη ότι η ηγεσία του Δημοκρατικού Συναγερμού, αντιλαμβάνεται και  κατανοεί, σε μεγάλο βαθμό, το συμβολισμό που υπηρετεί η υπερψήφιση της τροπολογίας του ΕΛΑΜ από τη Βουλή. Ανεξάρτητα αν εκ των υστέρων επιχειρεί να τον υποβαθμίσει. Η επιλογή να τηρήσει το κόμμα αποχή, τουλάχιστον αυτό καταδεικνύει – και αφήνοντας κατά μέρος την αδικαιολόγητη στάση του κόμματος στο επίπεδο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας και Πολιτισμού – η  οποία δεν ξέρω κατά πόσο αποτυπώνει απειρία, ψηφοθηρία ή επιπολαιότητα από μέρους του Προέδρου και των άλλων βουλευτών του κόμματος στην Επιτρoπή –  

Ταυτόχρονα όμως καταδεικνύει, ότι, για ακόμη μια φορά, το κόμμα της κυπριακής Δεξιάς, επέλεξε να στρουθοκαμηλίσει αντί να πολιτευτεί με υπευθυνότητα,  υπό το φόβο, διαφοροποιήσεων στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής ομάδας, και αντιδράσεων στο επίπεδο της βάσης. Η ηγεσία του κόμματος είναι καιρός να αντιληφθεί ότι χωρίς πολιτικό κόστος, χωρίς σύγκρουση και ξεκάθαρες τοποθετήσεις απέναντι σε εθνικιστικούς παροξυσμούς, δεν μπορεί να ελπίζει ούτε ότι θα αλλάξει οτιδήποτε όσον αφορά την κυρίαρχη ιδεολογία της κοινωνίας ούτε ότι θα μπορέσει να διαφοροποιήσει τη βάση του κόμματος της απαλλασσόμενο από τα εθνικιστικά βαρίδια του παρελθόντος. Πολύ περισσότερο θα πρέπει να κατανοήσει ότι χωρίς πολιτικό θάρρος, δεν μπορεί να ελπίζει ότι είναι δυνατόν να εμφανιστεί πειστική, ανάμεσα στους οπαδούς και ψηφοφόρους του κόμματος, εάν και εφόσον χρειαστεί, για να υπερψηφίσουν μια συμφωνημένη λύση, στα βάση της ΔΔΟ όπως αυτή που διαπραγματεύεται ο Πρόεδρος Αναστασιάδης.

Καμιά επιλογή στην πολιτική δεν έρχεται χωρίς κάποιο πολιτικό κόστος. Αυτό είναι σημαντικό να υποδειχθεί, ειδικότερα σε όσες και όσους θεωρούν ότι η επιλογή του ΑΚΕΛ να καταψηφίσει την τροπολογία ήταν μια εύκολη απόφαση. Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου ο ακραίος εθνικιστικός λόγος αποκτά νομιμοποίηση και υπόσταση στο κοινοβούλιο και στη δημόσια σφαίρα, η απόφαση του ΑΚΕΛ μπορεί εύκολα να παρερμηνευτεί και να υπονομευθεί, ως μια ακόμη «αντεθνική» συμπεριφορά. Η ανάρτηση του Προέδρου του ΔΗ.ΚΟ. στο twitter φωτογραφίας του τότε Γ.Γ. του ΑΚΕΛ Εζεκία Παπαϊωάννου να μιλά σε συγκέντρωση υπέρ του δημοψηφίσματος, τι άλλο παρά επιχειρεί να «εκθέσει» την παρούσα ηγεσία του κόμματος η οποία φαίνεται να εγκαταλείπει τις κομματικές «εθνικά ορθές» παρακαταθήκες; Από την άλλη, η πολιτική συνέπεια που επιδεικνύει και η σαφής και κάθετη διαφοροποίησή του από τις θέσεις του φασιστικού ΕΛΑΜ, αποτελούν σημαντικά και ισχυρά εχέγγυα για το κόμμα της Κυπριακής Αριστεράς στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τη χαμένη του αξιοπιστία ανάμεσα στο εκλογικό σώμα αλλά και να διαμορφώσει ένα μη αντι-εθνικιστικό δημόσιο λόγο που  και να έχει ουσιαστικό και πάνω από όλα θετικό ρόλο σε ότι αφορά τις διαδικασίες επίλυσης του κυπριακού.

Η κυρίαρχη άποψη στην ελληνοκυπριακή κοινότητα είναι ότι οι αντιδράσεις εντός της τουρκοκυπριακής κοινότητας και ιδιαίτερα της πολιτικής ηγεσίας ήταν υπερβολικές και ατεκμηρίωτες. Εάν αντιμετωπίσεις τις αντιδράσεις αυτές ως ανησυχία/ φόβο απέναντι στο ενδεχόμενο στροφής της ελληνοκυπριακή κοινότητας στη γραμμή της ένωσης, τότε ναι κρίνονται υπερβολικές. Πόσο υπερβολικές όμως θεωρούνται εάν ιδωθούν ως έντονη δυσφορία απέναντι στη σαφή αδυναμία εκείνης της ελληνοκυπριακής πολιτικής ελίτ, η οποία, ενώ εμφανίζεται να προωθεί και υποστηρίζει τη λύση του κυπριακού, αδυνατεί να αναλάβει το πολιτικό κόστος της αντίστασης σε πολιτικές επιλογές που, υποσκάπτουν,  έστω σε συμβολικό επίπεδο, τη θεώρηση της Κύπρου ως κοινής πατρίδας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων;  Πόσο υπερβολικές είναι αν θεωρηθεί ότι εδράζονται σε μια ειλικρινή ανησυχία ότι, η αναβίωση και η κυριαρχία της θέσης περί «ελληνικής Κύπρου» δυνατόν να δυναμιτίσει μια λύση στα πλαίσια μιας ΔΔΟ;

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, υπογραμμίζοντας την υπερβολή, αντιπαρέβαλε  την  «απλή αναφορά ενός ιστορικού γεγονότος», με τους προκλητικούς πανηγυρικούς εορτασμούς για την επέτειο της τουρκικής εισβολής. Ο Πρόεδρος όχι μόνο – σκοπίμως, θέλω να πιστεύω – υποτιμά τον πολιτικό συμβολισμό της τροπολογίας, αλλά, παράλληλα, επιλέγει να διολισθήσει σε μια αντι-παραγωγική αντιπαράθεση, με αναφορά σε εορτασμούς και επετείους με τις οποίες η τουρκοκυπριακή κοινότητα προσβάλλει ή υποσκάπτει τις προσπάθειες για λύση του κυπριακού. Χωρίς καμιά αμφιβολία, οι εορταστικές/ επετειακές εκδηλώσεις της 15ης Νοεμβρίου και της 20ης Ιουλίου αλλά και η τεράστια σημαία στην πλάτη του Πενταδακτύλου, ανάμεσα σε άλλα, όχι μόνο δε συνάδουν αλλά και  αντιστρατεύονται  την κουλτούρα επανένωσης και οικοδόμησης εμπιστοσύνης, βασικής προϋπόθεσης για την εξεύρεση και, πολύ περισσότερο, τη βιωσιμότητα μιας λύσης η οποία θα επανενώνει τη χώρα στη βάση της ΔΔΟ, σύμφωνα με τις παραμέτρους που έχουν θέσει τα Η.Ε.. Δεν πιστεύω ότι οποιοσδήποτε Κύπριος επιθυμεί και επιδιώκει την επανένωση της πατρίδας μας, έχει αντίρρηση στο πιο πάνω.  Όπως κανένας Κύπριος που επιθυμεί, με ειλικρίνεια, την επανένωση της πατρίδας μας, δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι ο μόνος τρόπος αυτά να ακυρωθούν είναι μέσα από την επίλυση του Κυπριακού. Ότι η προσθήκη νέων συμβολισμών από οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές όχι μόνο δεν υποβοηθά την ακύρωση/ αναστολή των υφιστάμενων αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ακόμη νέες προσθήκες.

Οι ηγεσίες που εμπλέκονται σε μια οποιαδήποτε ειρηνική διαδικασία, εάν και εφόσον θέλουν να επιτύχουν, στις δύσκολες στιγμές, όταν τα πράγματα ζορίζουν, αναμένεται να επιδεικνύουν πολιτικό θάρρος όταν μιλούν στο εσωτερικό τους κοινό και να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και δράσεις οι οποίες να  σπρώχνουν τα πράγματα μπροστά, αποτρέποντας εκτροχιασμό της διαδικασίας. Θα είναι λυπηρό και συνάμα τραγικό για τον τόπο μας, αν στην παρούσα συγκυρία, οι δύο ηγέτες αποτύχουν να λειτουργήσουν με θάρρος και νηφαλιότητα, προτάσσοντας πάνω από όλα το κοινό καλό και την ειρηνική συνύπαρξη. Προς το παρόν φαίνεται να αφήνονται να διολισθήσουν σε μια δημόσια

Υστερόγραφο:

Μια νηφάλια ιστορική αποτίμηση του ενωτικού δημοψηφίσματος και της ιδεολογίας που γέννησε, κατά την ταπεινή μου άποψη θα μπορούσε να συμπεριλάβει μια, κριτική ανάγνωση, του χαιρετισμού του πρώτου Υπουργού Παιδείας (σήμερα και Πολιτισμού) της Κυπριακής Δημοκρατίας Δρ. Κωνσταντίνου Σπυριδάκη, προς τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τις σχολικές εφορείες, τον οποίο απέστειλε την 1η Απριλίου 1965, με την ανάληψη των καθηκόντων του (απόσπασμα πιο κάτω) και του ομόφωνου  ψηφίσματος της Βουλής των Αντιπροσώπων τον Ιούνιο του 1967. Κάποια ερωτήματα που θα μπορούσαν να τεθούν προς τα παιδιά, προκειμένου να ενθαρρύνουμε την κριτική τους διερεύνηση, θα μπορούσαν να είναι και τα πιο κάτω:

–       Ποια ήταν η πολιτική κατάσταση στην Κύπρο την περίοδο που ειπώθηκαν τα πιο κάτω;

–       Πώς το περιεχόμενο των πιο κάτω σχετιζόταν με το Σύνταγμα της χώρας;

–       Κατά πόσο το περιεχόμενο των κειμένων συνάδει αυτή καθ’ εαυτή την έννοια της  Κυπριακής Δημοκρατίας

–       Ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή/ ρόλος  της ιδεολογίας που κομίζουν τα κείμενα στα γεγονότα που εξελίχθηκαν στην Κύπρο το 1974.

Απόσπασμα από το χαιρετισμό του πρώτου Υπουργού Παιδείας, Δρ. Κωνσταντίνου Σπυριδάκη, προς τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τις σχολικές εφορείες, με την ανάληψη των καθηκόντων του, 1η Απριλίου 1965 

Είμαι βέβαιος ότι δεν θα υστερήσετε, αλλά τουναντίον πρωτοπορήσετε εις την κοινήν προσπάθειαν, ήτις θα αναδείξει την Κύπρον άξιο τμήμα της Ελληνικής Πατρίδος, μεθ’ ης διά μεγίστων δεσμών εθνικών από αιώνων αυτή είναι συνδεδεμένη, και θα καταστήση ταύτην ακτινοβουλούν εν τη ανατολική Μεσογείο τμήμα του Ελληνικού Κράτους.

Κατ’ εξοχήν έργον ημών είναι, πώς να παραδώσουμε εις την πατρίδα νεολαία εμποτισμένη υπό των αθανάτων χριστιανικών και εθνικών ιδεωδών. Τούτο θα επιτύχωμεν, αν εμφυσήσωμεν εις αυτούς τα υψηλά ταύτα ιδεώδη τα λαμπρύναντα την ένδοξον ημών Ελληνική Πατρίδα. Ακόμη περισσότερον, θα επιτύχετε, αν εμφυσήσετε εις τους νέους την αγάπην προς την πατρίδα, υπέρ ης να θυσιάζωσιν εν ανάγκη την ιδίαν αυτών ζωήν, και την αφοσίωσιν εις την εργασίαν, καταστήσετε δεν την πειθαρχία βίωμα αυτών. Διότι πάντα ταύτα δημιουργούσι την αληθή ελευθερίαν, εθνικήν, πολιτικήν και ατομικήν.

Ας μη λεσμονώμεν ότι η πραγματοποίησις των εθνικών ημών επιδιώξεων, αίτινες συνίστανται, ως είπον, εις την πραγματοποίησιν της ενώσεων της Κύπρου μετά της μητρός Ελλάδος, επιτυγχάνεται μόνον διά των ανωτέρω εκτεθείσων αρετών.

Ομόφωνο ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων τον Ιούνιο του 1967:

«Η Βουλή των Αντιπροσώπων, διερμηνεύουσα τους προαιωνίους πόθους του Ελληνισμού της Κύπρου και διαδηλούσα την αμετάκλητον απόφασίν του διά σύντομον εθνικήν αποκατάστασιν, ΔΙΑΚΗΡΥΤΤΕΙ ότι: α) Παρά τας οιασδήποτε αντιξόους περιστάσεις, δεν θα αναστείλει τον νυν διεξαγόμενον μετά της ομοθύμου συμπαραστάσεως ολοκλήρου του Πανελληνίου αγώνα του, μέχρις ότου, ο αγών αυτός ευοδωθή διά της άνευ ενδιαμέσου τινός σταθμού ΕΝΩΣΕΩΣ ενιαίας και ολοκλήρου της Κύπρου μετά της Μητρός Πατρίδος. β) Θα συμβάλη με όλα τα εις την διάθεσίν της μέσα εις την προαγωγήν του κλίματος ψυχικής ενότητος μεταξύ του Ελληνικού Κυπριακού λαού και της Μητρός Πατρίδος ως και εις την στενήν συνεργασίαν μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου, απαραιτήτου προϋποθέσεως διά την ευόδωσιν του Εθνικού μας Αγώνος».

ΓράφειΚυριάκος Παχουλίδης