Home Χρίστος Χριστοφίδης Η Επανάσταση και ο Κορονοϊός- Μερικές αλήθειες. Του Χρίστου Χριστοφίδη

Η Επανάσταση και ο Κορονοϊός- Μερικές αλήθειες. Του Χρίστου Χριστοφίδη

Σε κατ΄οίκον εγκλεισμό (έτσι ελπίζουμε τουλάχιστο) ελέω κορονοιού, γιορτάζουμε και τιμούμε σήμερα την Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Μεγάλες θυσίες και αγώνα χρειάστηκε ο ελληνικός λαός για να λευτερωθεί από την τούρκικη σκλαβιά. Απαράμιλλο πάθος για να τερματιστεί η σκλαβιά αιώνων. Στο χάνι της Γραβιάς, στην άλωση της Τριπολιτσάς, στα Δερβενάκια, στην Αλαμάνα, στο Μανιάκι και στο Μεσολόγγι, σε δεκάδες άλλες περιπτώσεις, οι εξεγερμένοι Έλληνες άρπαξαν από τα μαλλιά και κράτησαν σφιχτά την εκλαμπρότατη ελευθερία. Από αυτό το πάθος και αυτή την αφοσίωση παίρνουμε σήμερα δύναμη. Εδώ και πολλά χρόνια λέμε ότι ο αγώνας των Ελλήνων έχει για τη μαρτυρική και ημικατεχόμενη πατρίδα μας μια σημασία παραπάνω. Εφέτο, ο Μακρυγιάννης, ο Κολοκοτρώνης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Ρήγας και τόσοι άλλοι, αποκτούν μια ξεχωριστή σηματοδότηση.


Όχι, δεν θα βλασφημήσω συγκρίνοντας την Επανάσταση με την πανδημία που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Ακριβώς όμως αυτό είναι το μήνυμα. Αν άνθρωποι ρακένδυτοι και πεινασμένοι κλείστηκαν στο Μεσολόγγι και έσυραν το χορό του Ζαλόγγου για να γίνει η πατρίδα λεύτερη, αν ο Διάκος ενσυνείδητα αποφάσισε να σουβλιστεί ζωντανός, αν χιλιάδες έδωσαν ζωή και οικογένεια χαλάλι στην πατρίδα, τι είναι μπροστά τους ο εγκλεισμός στο σπίτι; Τι είναι η δική μας δοκιμασία (και η οικονομική καταστροφή που θα ακολουθήσει, ας μη γελιόμαστε) για να σταθεί η πατρίδα όρθια, να μπορέσει να παλέψει για προκοπή και τη δική μας λευτεριά;

Περνούμε και θα περάσουμε δύσκολα. Ξέρω τι σημαίνει φτώχεια και ανέχεια. Με αυτά μεγαλώσαμε μετά την καταστροφή του 74, το πραξικόπημα και την εισβολή. Ξέρω τι σημαίνει να υφίστασαι τη βία της ανεργίας, των περικοπών, της εκμετάλλευσης, του περιθωρίου. Ακόμα και του εγκλεισμού στο σπίτι. Πέσαμε από τον ουρανοξύστη και σταθήκαμε όρθιοι.

Δεν έχουμε μπροστά μας ειδυλλιακές διακοπές, αλλά Γολγοθά. Επειδή ξέρουμε, επειδή τα ζήσαμε, πιότερο από όλους τους μεγάλους του Αγώνα, αγαπώ το Μακρυγιάννη. Και από το Μακρυγιάννη αγαπώ πιότερο ένα απόσπασμα χαρακτηριστικό των απομνημονευμάτων του:

«Ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι ανθρώποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι όλοι μαζί και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ» ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ». Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λέμε «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» και όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθομεν γνώση, αν θέλομεν να φκιάσομεν χωριόν, να ζήσομεν όλοι μαζί».

Τις τελευταίες ημέρες συζητούμε για τους λίγους που βάζοντας υπεράνω το «εγώ», για λίγα λεπτά βόλτας ή κάποιες στιγμές «μαγκιάς», βάζουν σε κίνδυνο όλους και όλες. Και επειδή «ο τόπος εν ο άδρωπος», βάζουν σε κίνδυνο την πατρίδα. Τέτοια κοινωνία έφτιαξαν. Μια κοινωνία που μαθαίνει ότι σημασία έχει το «εγώ». Το χρήμα. Μια κοινωνία που μια δράκα ανθρώπων τρων και πίνουν, θησαυρίζουν, στη ράχη όλων των υπολοίπων. Τάχατες «χρειαζόμαστε λιγότερο κράτος», «δεν θα πληρώνει ο φορολογούμενος για τα δημόσια νοσοκομεία», «όποιου γιατρού και νοσοκόμου δεν αρέσει να πάει σπίτι του». Σε μαθαίνουν να πατάς κυριολεκτικά επί πτωμάτων «γιατί τι να κάνουμε έτσι δουλεύκουν τα πράματα». Τώρα να μάθουμε ότι ακριβώς έτσι δεν δουλεύουν τα πράγματα. Ότι η κοινωνία θέλει άλλες αρχές και αξίες για να επιβιώσει. Συλλογικότητα. Αλληλεγγύη. Συνεργασία. Για να επιβιώσει ο καθένας και η καθεμιά από εμάς. Εμείς και τα παιδιά μας.

Τούτη τη μέρα που γιορτάζουμε έγκλειστοι το μεγάλο ξεσηκωμό των Ελλήνων, ας είναι λοιπόν οδηγός η κληρονομιά του Αγώνα όπως τη συμπύκνωσε με την αυθεντικότητα και την αγνότητά του ο Μακρυγιάννης.

«Είμαστε εις το «εμείς» και όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθομεν γνώση, αν θέλομεν να φκιάσομεν χωριόν, να ζήσομεν όλοι μαζί».